Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Ενδεικτικές δραστηριότητες για την επεξεργασία του Μμ

Παράλληλα με την επεξεργασία γραμμάτων στα πλαίσια της εμπέδωσης, οι μαθητές μας ασχολούνται με διάφορες δραστηριότητες, αξιοποιώντας γραμματοθήκες σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο.

Ενδεικτικές δραστηριότητες για την επεξεργασία του Μμ

1o ΣΤΑΔΙΟ
*Γραμματοθήκη → σχηματισμός συλλαβών του μ

*Καρτέλες (με εικόνα) αναγνώρισης αρχικής συλλαβής / φωνήματος
(π.χ. __ξιλάρι, __λι, __τη)

2o ΣΤΑΔΙΟ
*Γραμματοθήκη → σχηματισμός συλλαβών του μ + απλών λέξεων
*Καρτέλες σύνθεσης/ανάλυσης λέξεων σε συλλαβές-κουτιά
(περιλαμβάνουν σχετική εικόνα) π.χ. μύτη, μέλι, σαλάμι, λεμόνι
*Κουτιά με συλλαβές (μ, σ) για σχηματισμό άλλων λέξεων

3o ΣΤΑΔΙΟ
*Κουτιά με συλλαβές (μ, σ, ρ) για σχηματισμό άλλων λέξεων
*Κρυπτόλεξο (με λέξεις από μ)
*Σχηματισμός απλών λέξεων που κρύβονται σε άλλες μεγαλύτερες
(π.χ καμηλοπάρδαλη) → μήλο


Εκπαιδευτικός Βάσω Μήτση

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019

Το ξυπόλητο τάγμα – μια αληθινή ιστορία


Το 1941 οι Γερμανοί μπήκαν στη Θεσσαλονίκη. Αρχικά άδειασαν πολλά κτίρια ώστε να τα χρησιμοποιήσουν για τις δικές τους ανάγκες. Ένα από τα κτήρια που  εκκένωσαν ήταν και το ορφανοτροφείο της πόλης. Τότε 160 παιδιά βρέθηκαν στον δρόμο και έπρεπε να επιβιώσουν. Δημιούργησαν έτσι μια ομάδα, σαν συμμορία, και έκλεβαν από τους κατακτητές φαγητό, φάρμακα, όπλα και άλλα πολλά! Κρατούσαν όσα χρειάζονταν και τα υπόλοιπα τα μοιράζονταν με όποιον πολίτη είχε ανάγκη! Έγιναν πολύ δυνατοί και έσωσαν πολλούς ανθρώπους. Όταν ο πόλεμος τελείωσε, βγήκαν πανηγυρικά στο δρόμο με ένα πανό το οποίο έγραφε «Το ξυπόλητο τάγμα».


Ζωγραφιές παιδιών για την ταινία:



Ερωτήσεις:
·         Γιατί ονομάστηκαν ξυπόλητο τάγμα;
·         Τι έκανε αυτά τα παιδιά ανίκητα;
·         Σε ποια περιοχή βρίσκονταν και ποια χρονολογία;

Λεξιλόγιο
Συμμορία: ομάδα ατόμων (κακοποιοί συνήθως) – τάγμα: ομάδα ανθρώπων με αρχηγό που ακολουθεί κανόνες όπως ο στρατός. Ξυπόλητος: χωρίς παπούτσια
Επιβιώνω: καταφέρνω να ζήσω μέσα από δυσκολίες (επί+ βιώνω = ζω)
Ορφανοτροφείο = ο χώρος που ζουν και τρέφονται τα ορφανά

Γραμματική – Συντακτικό
Τι είναι γραμματικά οι έντονες λέξεις;
Κύριοι όροι, σύνδεσμοι, προθέσεις, αναφορική αντωνυμία.
Σε ποιο χρόνο είναι τα υπογραμμισμένα ρήματα;
Κλίνω το ρήμα αδειάζω στον Αόριστο

Γραπτή Έκφραση
α.Περιγράφω το βράδυ που οι Γερμανοί μας έδιωξαν από το ορφανοτροφείο.
β. Περιγράφω μια περιπετειώδη νύκτα που κλέψαμε με τους φίλους μου ένα γερμανικό φορτηγό.

Ορθογραφία: Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στη Θεσσαλονίκη άδειασαν το ορφανοτροφείο. Έτσι, τα παιδιά έγιναν συμμορία για να επιβιώσουν και ονομάστηκαν το «Ξυπόλητο Τάγμα»

Εκπαιδευτικός Μεμένιου Κατερίνα
Συμπληρωματικά με τις δραστηριότητες του σχολικού βιβλίου και για να βοηθήσουμε τους μικρούς μας μαθητές στην πρόσθεση και αφαίρεση αριθμών μέχρι το 10, πραγματοποιήσαμε στην τάξη το παρακάτω σχέδιο μαθήματος, με δραστηριότητες από τα κυπριακά βιβλία. 

Για να κατεβάσετε το αρχείο πατήστε εδώ
Εκπαιδευτικός Βίκυ Λιάνα

Ο Άραβας και η καμήλα

Ένας Άραβας έμπορος είχε μια καμήλα με την οποία μετέφερε τα εμπορεύματα του από τη μία άκρη της ερήμου στην άλλη. Αυτό είναι ένα παραμύθι από τα παλιά τα χρόνια, κι εκείνα τα χρόνια οι καμήλες μπορούσαν ακόμη να μιλάνε. Λέει μια μέρα η καμήλα στον έμπορο:
- Αφεντικό, δούλεψα για σένα όλη μου τη ζωή. Δε νομίζεις ότι δικαιούμαι να
βγω στη σύνταξη τιμής ένεκεν; Πάρε μιαν άλλη καμήλα για τα ταξίδια σου και
άσε με εμένα να ξαποστάσω στο στάβλο.

Ο έμπορος της απάντησε γελώντας κατάμουτρα: «Θα δουλεύεις όσο σε βαστάνε τα πόδια σου να περπατάς. Κι όταν σταματήσεις, θα σε σκοτώσω». Έφυγαν λοιπόν για ένα μακρύ ταξίδι και, στη μέση της ερήμου, συνάντησαν μιαν ανεμοθύελλα. Η καμήλα διπλώθηκε και ο έμπορος καλύφτηκε πίσω από το σώμα της. Έμειναν έτσι δυο μέρες και δύο νύχτες. Όταν έπαψε η θύελλα, ο έμπορος είπε:
- Γρήγορα, ξεκινάμε. Διαφορετικά, ο ήλιος θα μας σκοτώσει. Δεν έχουμε άλλο νερό.
- Υπάρχει ακόμα νερό στην καμπούρα μου. Κόψε την και πιες, λέει η καμήλα.

Ο έμπορος της κόβει την καμπούρα και πίνει το νερό. Ξαναρχίζουν το ταξίδι, αλλά η καμήλα ήταν πολύ κουρασμένη.

- Δεν μπορείς πια να περπατήσεις, πρέπει να σε σκοτώσω, λέει ο έμπορος.
Η καμήλα δεν απάντησε. Επιτάχυνε το βήμα της, σχεδόν άρχισε να τρέχει, αλλά βγήκε απ' το δρόμο της κι οδήγησε το αφεντικό της σε μιαν άγρια όαση, όπου ζούσε μια βάρβαρη φυλή, που έπιασε σκλάβο τον έμπορο και του πέρασε αλυσίδες.

- Με πρόδωσες, φώναζε ο έμπορος σφίγγοντας τις γροθιές του.

- Μην περιμένεις να θερίσεις την αγάπη όταν σπέρνεις μόνο το μίσος. Εγώ σε έσωσα από το θάνατο κι εσύ θέλησες να με σκοτώσεις. Εγώ ήθελα να ήσουν αδελφός μου, αλλά εσύ θέλησες να είσαι μόνο αφέντης μου. Τώρα θα μάθεις κι εσύ τι σημαίνει να έχεις ένα αφεντικό. Κι έφυγε ολομόναχη για την έρημο. Οι Άραβες διηγούνται αυτή την ιστορία
για να διδάξουν στα παιδιά τους να αγαπάνε την καμήλα, όχι σαν ένα ζώο, αλλά σαν ένα φίλο τους.

Για το αρχείο με τις δραστηριότητες πάτησε εδώ
Εκπαιδευτικός Φωτεινή Κουτσοπούλου

Τη μέρα που ο πόλεμος ήρθε

Τη μέρα που ο πόλεμος ήρθε,
λουλούδια ανθίζαν στο περβάζι
γλυκά ο πατέρας μου νανούριζε τον αδελφό μου για να κοιμηθεί.
Το πρωινό μού έφτιαξε η μητέρα,
με φίλησε απαλά στη μύτη, το δρόμο πήραμε μαζί για το σχολείο.
Εκείνο το πρωί το μάθημα ήτανε για τα ηφαίστεια,
τραγούδησα κι ένα τραγούδι για το πώς γίνονται βάτραχοι οι γυρίνοι.
Έφτιαξα και μία ζωγραφιά του εαυτού μου με φτερά.
Ύστερα, λίγο μετά το μεσημεριανό μου γεύμα
κι ενώ στον ουρανό τα σύννεφα έφτιαχναν ένα δελφίνι,
ο πόλεμος ήρθε.
Στην αρχή, σαν πιτσιλιά από χαλάζι
ο ήχος μιας βροντής
κι ύστερα παντού καπνός, φωτιά και θόρυβος,
που εγώ δεν καταλάβαινα...
Ήρθε σ’ όλη την παιδική χαρά,
στο πρόσωπο ήρθε της δασκάλας μου.
Τη στέγη μας έριξε κάτω,
γέμισε ερείπια την πόλη.
Τις λέξεις δεν μπορώ να βρω να περιγράψω,
μια μαύρη τρύπα έγινε το σπιτικό μου.
Το μόνο που μπορώ να πω είναι αυτό:
Ο πόλεμος πήρε τα πάντα,
ο πόλεμος τους πήρε όλους
κι εγώ βρέθηκα μέσα στα κουρέλια, ματωμένη, μοναχή.
Έτρεξα. Σκαρφάλωσα σε φορτηγά, σε λεωφορεία,
διέσχισα χωράφια, δρόμους και βουνά
μέσα στο κρύο και τη λάσπη, τη βροχή...
Βρέθηκα σε μια βάρκα που έμπασε νερά και σχεδόν βυθίστηκε,
βγήκα σε μια παραλία όπου τα μωρά κείτονταν με το πρόσωπο χωμένο μες στην άμμο.
Έτρεξα μέχρι εκεί που δεν μπορούσα πια να τρέξω,
μέχρι που έφτασα σε μια σειρά από καλύβες
και βρήκα μια γωνιά με μια βρώμικη κουβέρτα
και μια πόρτα που την τράνταζε ο άνεμος.
Αλλά ο πόλεμος με είχε ακολουθήσει.
Βρισκόταν κάτω από το δέρμα μου,
κάτω απ’ τα μάτια μου
και μέσα στα όνειρά μου.
Είχε στην κατοχή του την καρδιά μου.
Περπάτησα και περπάτησα προσπαθώντας να τον διώξω μακριά μου,
προσπαθώντας να βρω μια γωνιά που εκείνος να μην έχει φτάσει.
Όμως ο πόλεμος ήταν εκεί,
σ’ όλες τις πόρτες που έμεναν κλειστές κάθε φορά που εγώ βρισκόμουνα στο δρόμο,
ήταν εκεί, κάθε φορά που οι άνθρωποι δεν μου χαμογελούσαν κι έφευγαν μακριά.

Ήρθα σ’ ένα σχολείο.
Κοίταξα μέσα από το παράθυρο.
Είχαν ένα μάθημα για τα ηφαίστεια,
ζωγράφιζαν πουλιά και τραγουδούσαν.
Μπήκα μέσα.
Τα βήματά μου ακούστηκαν στο διάδρομο.
Έσπρωξα την πόρτα και πρόσωπα πολλά γυρίσαν να με δουν,
αλλά η δασκάλα δε χαμογελούσε.
Μου είπε, δεν υπάρχει θέση εδώ για σένα,
βλέπεις, δεν υπάρχει καμιά καρέκλα ελεύθερη να κάτσεις,
πρέπει να φύγεις.
Κι ύστερα κατάλαβα πως ο πόλεμος είχε φτάσει κι εδώ.
Γύρισα πίσω στην καλύβα, στη γωνιά και στην κουβέρτα,
γλίστρησα μέσα της.
Φαινόταν πως ο πόλεμος είχε κατακτήσει όλο τον κόσμο, όλους τους ανθρώπους.
Κάποιος μου χτύπησε την πόρτα.
Νόμισα ήταν ο αέρας.
Άκουσα όμως μια παιδική φωνή να μου μιλάει.
«Σου έφερα αυτό», μου είπε, «έτσι μπορείς να έρθεις στο σχολείο».
Ήτανε μια καρέκλα. Μια καρέκλα για μένα να καθίσω και να μάθω για τα ηφαίστεια, τους βατράχους
και για να τραγουδήσω, να διώξω τον πόλεμο από την καρδιά μου.
Μου χαμογέλασε και είπε:
«Οι φίλοι μου έχουν φέρει κι αυτοί τις δικές τους καρέκλες, έτσι, όλα τα παιδιά από εδώ μπορούν να
έρθουν στο σχολείο».
Από κάθε καλύβα βγήκε ένα παιδί και περπατήσαμε όλοι μαζί
σ’ έναν δρόμο που οι καρέκλες είχαν σχηματίσει μια γραμμή.
Σε κάθε ένα βήμα μας τον πόλεμο σπρώχναμε μακριά.

                                                               “The day the war came” της Nicola Davies
                                                                   Ελεύθερη απόδοση: Αλκιβιάδης Κούσης

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
 Ποιος είναι ο αφηγητής της ιστορίας; Να βρεις στο κείμενο στοιχεία που
δικαιολογούν την άποψή σου.
 Ποιος είναι ο στόχος του συγγραφέα;
 Να χωρίσεις το κείμενο σε νοηματικές ενότητες και να δώσεις έναν τίτλο στην
καθεμιά.
 Να ετυμολογήσεις τις λέξεις :σύννεφα, διασχίζω, ηφαίστειο, σχηματίζω.
 Να ετυμολογήσεις τη λέξη «καταλαβαίνω» και από το β ́ συνθετικό της να γράψεις
5 παράγωγες λέξεις.


 Να κάνεις πλήρη συντακτική αναγνώριση στους όρους των προτάσεων σε ροζ
φόντο.
 Να χωρίσεις τις περιόδους λόγου σε μπλε φόντο σε προτάσεις και να βρεις το
είδος των δευτερευουσών προτάσεων, καθώς και το είδος της σύνταξης.
 Να κλίνεις σε όλους τους χρόνους της Υποτακτικής έγκλισης τα ρήματα
φτιάχνω, περιγράφω, τρέχω.
 Να ζωγραφίσεις «τον πόλεμο», όπως τον φαντάζεσαι, διαβάζοντας όσα
στοιχεία δίνει η αφηγήτρια.

Εκπαιδευτικός Ευτυχία Μπακογιάννη

Όταν το παιδί ήταν παιδί


Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί,
ολα ηταν ενα μερος της ψυχης,
και όλες οι ψυχές ήταν μία.

Εχοντας υπόψη "τo κακο" και τους ανθρώπους
υπάρχει αυτο που λεμε "κακο " πραγματικά;
Πώς γινεται να είμαι εγώ, ετσι οπως είμαι,
και να μην υπήρχα πριν γινω αυτο που ειμαι
και ότι κάποια μέρα, εγώ, οπως είμαι,
δεν θα είμαι πλέον αυτος που είμαι;

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
ξύπνησε μια φορά σε ένα ξενο κρεβάτι,
και τώρα κάνει το ιδιο ξανά και ξανά.
Πολλοί άνθρωποι, τότε, φαινόντουσαν όμορφοι,
τώρα ομως πολυ λίγοι, από καθαρή τύχη.

Είχε πλασει στο μυαλο του μια σαφή εικόνα του παραδείσου,
ενω τώρα το πολύ μπορει να μαντεψει,
δεν μπορούσε τοτε ουτε να διανοηθεί τη "μηδαμινοτητα"
ανατριχιάζει, ομως, σήμερα στη σκέψη αυτη.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
επαιζε με ενθουσιασμό,
και, τώρα, έχει τον ιδιο ενθουσιασμο όπως και τότε,
μόνο όταν πρόκειται για τη δουλεια του.
Peter Handke
Η εικόνα μπορεί να συνδυαστεί με τις στροφές από το «Τραγούδι της παιδικής ηλικίας» σε στίχους του Peter Handke και να αποτελέσουν αφορμή για συζήτηση με τους μαθητές μας σχετικά με την αθωότητα και την άδολη αγάπη των παιδιών, να αναλογιστούμε κατά πόσο αυτά αλλάζουν, όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος και πως όντως πολλά στη ζωή αλλάζουν, κάποια όμως παραμένουν σταθερά κι αναλλοίωτα. Σημαντικό είναι να διατηρούμε την καρδιά μας γεμάτη με αλήθειες και αγάπη όσο κι αν τα χρόνια περνούν!
Εκπαιδευτικός: Βίκυ Ντόντου

Μάνα και γιος

Εκπαιδευτικός Παναγιώτης Κατσικονούρης